Διάστρεμμα

Τι είναι το διάστρεμμα της ποδοκνημικής;

Το διάστρεμμα της ποδοκνημικής αποτελεί τη συχνότερη αθλητική κάκωση. Συμβαίνει όταν το πόδι περιστραφεί πέρα από τα φυσιολογικά όρια της κίνησης με συνέπεια τη διάταση ή ρήξη των συνδέσμων που σταθεροποιούν την άρθρωση. Συνήθως συμβαίνει όταν παραπατήσει κανείς σε ανώμαλο έδαφος ή όταν κατά τις αθλητικές δραστηριότητες προσγειωθεί ο αθλητής με λανθασμένο τρόπο στο έδαφος. Ανάλογα με το βαθμό της κάκωσης διαφοροποιούνται τα διαστρέμματα σε 1ου έως 3ου βαθμού. Οι σύνδεσμοι της ποδοκνημικής άρθρωσης που συχνότερα τραυματίζονται είναι ο έξω πλάγιος, ο έσω πλάγιος και η συνδέσμωση.

 

Ποια είναι τα συμπτώματα του διαστρέμματος;

Τα κυριότερα συμπτώματα του διαστρέμματος είναι το άλγος και το οίδημα της περιοχής. Ο πάσχων δυσκολεύεται να πατήσει το πόδι του στο έδαφος. Η ένταση των συμπτωμάτων είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του διαστρέμματος.

 

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση τίθεται από το ιστορικό, το μηχανισμό της κάκωσης και την κλινική εξέταση από τον ορθοπαιδικό. Ο έλεγχος με απλές ακτινογραφίες βοηθάει στον αποκλεισμό κάποιου κατάγματος.  Η μαγνητική τομογραφία βοηθάει μετά από ένα οξύ τραυματισμό στις περιπτώσεις εκείνες όπου υπάρχει η υποψία βλάβης του ενδοαρθρικού χόνδρου ή ρήξης της συνδέσμωσης (σύνδεσμος μεταξύ κνήμης και περόνης).

 

Ποια είναι η θεραπεία του προβλήματος;

Η θεραπεία του διαστρέμματος είναι στις περισσότερες περιπτώσεις συντηρητική.

Στην οξεία φάση μετά τον τραυματισμό η αντιμετώπιση επικεντρώνεται:

  • στην παγοθεραπεία
  • στην ανάπαυση
  • στην ελαστική περίδεση
  • στην ανάρροπη θέση.

Όλα τα παραπάνω έχουν σαν στόχο την υποχώρηση του οιδήματος και του πόνου. Στα περισσότερα διαστρέμματα, κυρίως 2ου κια 3ου βαθμού, ενδείκνυται η τοποθέτηση ειδικού νάρθηκα με στόχο την ακινητοποίση της άρθρωσης για ταχύτερη επούλωση της συνδεσμικής κάκωσης. Ανάλογα με τον βαθμό της συνδεσμικής κάκωσης μπορεί να χρειαστεί μέχρι και 6 εβδομάδες για να υποχωρήσουν τα συμπτώματα.

Μετά το πέρας της οξείας φάσης, όταν δηλαδή υποχωρήσει αισθητά ο πόνος και το οίδημα, συστήνεται φυσικοθεραπεία με στόχο την αποκατάσταση του εύρους κίνησης, την μυική ενδυνάμωση και τη βελτίωση της ιδιοδεκτικότητας. Οι ασκήσεις ενδυνάμωσης, ισορροπίας και ιδιοδεκτικότητας αποτελούν το σημαντικότερο κομμάτι της φυσικοθεραπείας μετά από ένα διάστρεμμα και έχουν ως στόχο την αποφυγή μελλοντικών υποτροπών.

Η χειρουργική αντιμετώπιση μετά από ένα διάστρεμμα ενδείκνυται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες έχει τραυματιστεί ο αρθρικός χόνδρος ή έχει επέλθει ρήξη της συνδέσμωσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις συστήνεται η αρθροσκόπηση της ποδοκνημικής με στόχο την αποκατάσταση των ενδοαρθρικών βλαβών.